Μία νέα πραγματικότητα για τους “κόκκινους” δανειολήπτες δημιουργούν πλέον οι πωλήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων στις εταιρείες διαχείρισης, γνωστές και ως “funds”.

Το ότι η τράπεζα μεταβιβάζει το δάνειο και “λύνει” έτσι τη σχέση με τον δανειολήπτη, δεν σημαίνει ότι ο τελευταίος ξεμπερδεύει με την οφειλή του. Στη θέση της τράπεζας θα έχει πλέον ως αντισυμβαλλόμενο το fund, με το οποίο θα κληθεί να συμφωνήσει τον τρόπο αποπληρωμής του δανείου του.

Το fund αγόρασε πολύ χαμηλά το δάνειο γιατί αφενός αγοράζει μαζί και τον κίνδυνο να μην αποπληρωθεί ποτέ, αφετέρου επειδή το fund έχει όλα τα “μέσα” και την εξειδίκευση για να εισπράξει. Και επιπλέον στοχεύει σε υψηλή απόδοση. Αυτό σημαίνει ότι τα funds θα διεκδικήσουν με πολύ πιο συντονισμένο και δυναμικό τρόπο τις οφειλές σε σχέση με τις τράπεζες, θα είναι πολύ πιο δραστικά στην κίνηση διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της απαίτησης, καθώς και πιο φειδωλά στα “κουρέματα”. Σημειωτέον ότι τα funds έχουν την τεχνογνωσία και τις “άκρες” να ψάξουν τα περιουσιακά στοιχεία οφειλετών στο εξωτερικό, “σκανάροντας” τους δανειολήπτες κάθε κατηγορίας.

Καταρχάς, ο οφειλέτης πρέπει να έχει υπόψη του ότι το fund θα απαιτήσει το σύνολο της οφειλής και όχι τη “ρυθμισμένη” οφειλή που είχε ο δανειολήπτης με την τράπεζα και δεν εξυπηρετούσε. Με την κυριότητα του δανείου, τα funds αποκτούν ουσιαστικά όλα τα δικαιώματα της τράπεζας και μετά την κατάργηση στα τέλη του 2017 της απαγόρευσης για την πώληση και στεγαστικών δανείων ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για πρώτη κατοικία ή όχι, ο ρόλος τους δεν εξαντλείται στην απόκτηση οφειλών από παλιά καταναλωτικά δάνεια ή πιστωτικές κάρτες, που δεν φέρουν εξασφαλίσεις και είναι ξεχασμένα από το παρελθόν. Αντίθετα, επεκτείνεται και σε δάνεια που φέρουν προσημείωση, όπως τα στεγαστικά.

Άμυνα στα παραπάνω αποτελεί μόνο η προσφυγή στις διατάξεις του νόμου, για την προστασία της περιουσίας του οφειλέτη αλλά και τη διακοπή τυχόν διαδικασίας που έχει εκκινήσει για τον πλειστηριασμό ακόμη και της πρώτης κατοικίας του.